εξευτελίζω

και ξευτελίζω (AM ἐξευτελίζω) [ευτελίζω]
καθιστώ κάτι ευτελές, εξαχρειώνω («κι αν δεν μπορεῑς να κάνεις τη ζωή σου όπως τή θες, τοῡτο προσπάθησε τουλάχιστον
μην τήν εξευτελίζεις», Καβάφης)
νεοελλ.
μέσ. εξευτελίζομαι
χάνω την αξιοπρέπεια μου
αρχ.
1. θεωρώ κάτι ευτελές
2. ελαττώνω πέρα από το κανονικό, περιορίζω.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εξευτελίζω — εξευτελίζω, εξευτέλισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εξευτελίζω — [эксэфтэлизо] р. унижать, позорить …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἐξευτελίζετε — ἐξευτελίζω reduce pres imperat act 2nd pl ἐξευτελίζω reduce pres ind act 2nd pl ἐξευτελίζω reduce pres imperat act 2nd pl ἐξευτελίζω reduce pres ind act 2nd pl ἐξευτελίζω reduce imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) ἐξευτελίζω reduce imperf ind… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξευτελίσει — ἐξευτελίζω reduce aor subj act 3rd sg (epic) ἐξευτελίζω reduce fut ind mid 2nd sg ἐξευτελίζω reduce fut ind act 3rd sg ἐξευτελίζω reduce aor subj act 3rd sg (epic) ἐξευτελίζω reduce fut ind mid 2nd sg ἐξευτελίζω reduce fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξευτελίσω — ἐξευτελίζω reduce aor subj act 1st sg ἐξευτελίζω reduce fut ind act 1st sg ἐξευτελίζω reduce aor subj act 1st sg ἐξευτελίζω reduce fut ind act 1st sg ἐξευτελίζω reduce aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) ἐξευτελίζω reduce aor ind mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξευτελίσῃ — ἐξευτελίζω reduce aor subj mid 2nd sg ἐξευτελίζω reduce aor subj act 3rd sg ἐξευτελίζω reduce fut ind mid 2nd sg ἐξευτελίζω reduce aor subj mid 2nd sg ἐξευτελίζω reduce aor subj act 3rd sg ἐξευτελίζω reduce fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξευτελιζόντων — ἐξευτελίζω reduce pres part act masc/neut gen pl ἐξευτελίζω reduce pres imperat act 3rd pl ἐξευτελίζω reduce pres part act masc/neut gen pl ἐξευτελίζω reduce pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξευτελίζει — ἐξευτελίζω reduce pres ind mp 2nd sg ἐξευτελίζω reduce pres ind act 3rd sg ἐξευτελίζω reduce pres ind mp 2nd sg ἐξευτελίζω reduce pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξευτελίζομεν — ἐξευτελίζω reduce pres ind act 1st pl ἐξευτελίζω reduce pres ind act 1st pl ἐξευτελίζω reduce imperf ind act 1st pl (homeric ionic) ἐξευτελίζω reduce imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξευτελίζον — ἐξευτελίζω reduce pres part act masc voc sg ἐξευτελίζω reduce pres part act neut nom/voc/acc sg ἐξευτελίζω reduce pres part act masc voc sg ἐξευτελίζω reduce pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.